Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ


ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ

Στον ποταμό δίχως χαρά, οι ομιχλώδες ψυχές περιπλανιούνται ακόμα. Τις ακούω, ψιθυρίζουν στον Χάρο, παρακαλούν μια μεταφορά δίχως επιτυχία διότι κάποιος παρέλειψε να τοποθετήσει τον όβολο στο στόμα τους. Εγώ δεν έκανα λάθος, εγώ τον τοποθέτησα.

Οι ίδιες ψυχές στα νεκρά αυτά νερά, αντηχούν σιωπηλά το όνομα τους μέσα στην ομίχλη, με ένα θρόισμα των αποξηραμένων φύλλων. Ψάχνουν τις πύλες του Κάτω Κόσμου, όπως τις ψάχνω και εγώ, μα εγώ δεν πέθανα ακόμα.

Διασχίζω τον Αχέροντα ποταμό πάνω σε μια ξύλινη βάρκα, στην ίδια πορεία με τους νεκρούς, μιμούμενος τις κινήσεις του Βαρκάρη που μόλις τους παρέλαβε από τον Ερμή. Η νύχτα έγινε στερέωμα της μέρας, η ησυχία νεκρώδη γύρω μου, οι δοκιμασίες πλησιάζουν. Φτάνω στην σπηλιά του λόφου, διασχίζω τις πύλες. Με συναντάει ο ιερέας, κρυμμένος κάτω από μαύρη κουκούλα, ο δαυλός αποκαλύπτει τα παράξενα λευκά θολά μάτια που δεν αντικρίζουν τον ζωντανό κόσμο.

Σιγή. Στο σημείο αυτό φτάνουν προσκυνητές για μια τελευταία συνάντηση, μια τελευταία απάντηση, από έναν άνθρωπο που δεν δέχτηκαν να αφήσουν. Εγώ δέχτηκα να την αφήσω. Ένα τελευταίο αντίο δεν πρόλαβα να δώσω την μέρα που την ανακάλυψα νεκρή. Δεν τολμούσα ποτέ μια συνάντηση, ώσπου χρειάστηκα μια απάντηση.

Όστρακα, κουκιά, γάλα, μέλι. Η μοναδική τροφή των περασμένων μερών, κλειδωμένος στο μισοσκόταδο, η πραγματικότητα διαφεύγει την συνείδηση μου. Είμαι μόνος, ακούω φωνές από τους τοίχους, προσευχές και επικλήσεις σε θεούς που δεν θέλουν να βρίσκομαι εδώ. Πρέπει να την δω, πρέπει να μάθω.

Λουτρό, πεταμένες πέτρες, κάθαρση και εξαγνισμός. Άφησα πίσω μου την ουσία του αληθινού κόσμου, το κακό που υπάρχει έξω από τα ιερά αυτά τοίχοι, στο σπίτι του Άδη. Αναζητώ την στιγμή της συνάντησης. Περιμένω.

Ζαλισμένος, δεν κατανοώ πια. Η ζωή μαζί της ήταν ψέματα ή αλήθεια. Μου κάναν πλάκα οι θεοί, μου την πήρανε, με μάγεψαν οι ιερείς, όλα μια ψευδαίσθηση. Στην ζωή χωρίς σκοπό, με τιμωρό εκείνους, θεούς άσπλαχνους, θεούς οργισμένους. Τι έκανα για να το αξίζω. Γιατί την σκοτώσανε, γιατί τώρα χάθηκε εκείνος.

Ψάχνω την μορφή τους μήπως και τους δω, τους ρωτήσω. Αναμνήσεις ξετυλίγονται στον λαβύρινθο καθώς κατεβαίνω βαθύτερα στον Κάτω Κόσμο. Ποιος είναι δίπλα μου, ο ιερέας ή ο Άδης. Ναι, ζει εδώ. Η θύμηση της έντονη, η κραυγή επανέρχεται από την μέρα εκείνη που την βρήκα. Η Περσεφόνη τώρα κάνει παρέα στην γυναίκα που μου χάρισε εκείνον.

Κραυγές, ψίθυροι, που είναι ο Κέρβερος, που είναι οι νεκροί. Ρίχνω θυσίες στο ξερό άγονο χώμα προς τιμήν τους, με ελπίδα να μην μείνω εδώ. Ξέρουν πως είμαι θυμωμένος που μου την πήρανε, δεν μπορώ να κρυφτώ από τους θεούς. Μα ξέρω πως κάποια στιγμή θα επιστρέψω εδώ, δεν θα είμαι ζωντανός πια, θα τους γνωρίσω.

Κρατάω την αναπνοή μου, τη  περιμένω, την ακούω, βλέπω την αυλή σκιά της, χύνω το αίμα στο χώμα. Με αναγνωρίζει.

<<Πού είναι ο γιος μας.>> την ρωτάω. <<Είναι μαζί σου ή ακόμα ζωντανός.>>


Created by Diana Chemeris

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου